9 αποτελέσματα για «泌»

泌尿器科 ひにょうきか

ουσιαστικό

  1. 01 ουρολογία
泌尿器 ひにょうき

ουσιαστικό

  1. 01 ουροποιητικά όργανα
泌尿器科医 ひにょうきかい

ουσιαστικό

  1. 01 ουρολόγος
泌尿 ひにょう

ουσιαστικό

  1. 01 ούρηση
泌乳 ひつにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γαλακτοφορία
泌尿器科学 ひにょうきかがく

ουσιαστικό

  1. 01 ουρολογία
泌乳量 ひつにゅうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ποσότητα παραγόμενου γάλακτος
泌尿器学会 ひにょうきがっかい

ουσιαστικό

  1. 01 Αμερικανική Ουρολογική Εταιρεία
  1. 01 στάζω
  2. 02 ρέω
  3. 03 απορροφώ
  4. 04 διεισδύω
  5. 05 εκκρίνω