258 αποτελέσματα για «法»

ほう N3

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος, πράξη, αρχή
  2. 02 μέθοδος, τρόπος
  3. 03 έγκλιση
  4. 04 Ντάρμα, νόμος
のり

ουσιαστικό

  1. 01 κανόνας, νόμος, κανονισμός
  2. 02 πρότυπο, υπόδειγμα
  3. 03 διδασκαλία του Βούδα, βουδιστικό δόγμα
  4. 04 εγκάρσια μέτρηση, μέτρηση κατά πλάτος
  5. 05 πλάγια κλίση, πρανές
法律 ほうりつ N4

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος, νομοθεσία
法則 ほうそく N2

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος, κανόνας
法廷 ほうてい N1

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστήριο, αίθουσα δικαστηρίου
法的 ほうてき

επίθετο

  1. 01 νομικός
法衣 ほうい

ουσιαστικό

  1. 01 ιερατική αμφίεση, άμφιο ιερέα
法師 ほうし

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστής ιερέας, βόνζος
  2. 02 λαϊκός ντυμένος σαν ιερέας
  3. 03 άνθρωπος
法案 ほうあん N1

ουσιαστικό

  1. 01 νομοσχέδιο, νομοθετικό μέτρο
法外 ほうがい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υπέρογκος, εξωφρενικός, παράλογος, υπερβολικός, δυσανάλογος, ασύμμετρος
法王 ほうおう

ουσιαστικό

  1. 01 πάπας
  2. 02 βούδας
法律上 ほうりつじょう

ουσιαστικό

  1. 01 νομικός, από νομική σκοπιά, νομικά μιλώντας, de jure
法則性 ほうそくせい

ουσιαστικό

  1. 01 νομοτελειακός χαρακτήρας, κανονικότητα
法事 ほうじ

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστική επιμνημόσυνη δέηση
法令 ほうれい

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος, θέσπισμα, πράξη, διάταγμα, κανονισμός
法規 ほうき

ουσιαστικό

  1. 01 νόμοι και κανονισμοί, νομοθεσία
法人 ほうじん

ουσιαστικό

  1. 01 νομικό πρόσωπο, εταιρεία, επιχείρηση, νομική οντότητα
法律的 ほうりつてき

επίθετο

  1. 01 νομικός, δικαιικός
法学部 ほうがくぶ

ουσιαστικό

  1. 01 νομική σχολή, σχολή νομικής
法律事務所 ほうりつじむしょ

ουσιαστικό

  1. 01 δικηγορικό γραφείο, δικηγορική εταιρεία