85 αποτελέσματα για «洋»
洋杯 コップ
ουσιαστικό
- 01 ποτήρι (σκεύος πόσης), κολόνα
- 02 κούπες (χαρτοπαικτικό σύμβολο)
洋服 ようふく N5
ουσιαστικό
- 01 δυτικού τύπου ένδυση (σε αντίθεση με την παραδοσιακή ιαπωνική ένδυση)
洋 よう
ουσιαστικό, πρόθημα
- 01 Δύση και Ανατολή (κυρίως η Δύση)
- 02 ωκεανός, θάλασσα
- 03 ξένος, δυτικός, ευρωπαϊκός
洋館 ようかん
ουσιαστικό
- 01 δυτικού τύπου οικία (ειδικότερα μία χτισμένη κατά τις περιόδους Μεϊτζί ή Ταϊσό)
洋風 ようふう N1
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 δυτικός τρόπος, δυτικού τύπου
洋食 ようしょく
ουσιαστικό
- 01 δυτικό φαγητό, δυτικό πιάτο, δυτική κουζίνα
- 02 ιαπωνοποιημένη δυτική κουζίνα
洋上 ようじょう
ουσιαστικό
- 01 στη θάλασσα, στον ωκεανό, ανοιχτά της ακτής
洋菓子 ようがし
ουσιαστικό
- 01 δυτικό γλυκό
洋装 ようそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δυτικό ένδυμα, δυτική βιβλιοδεσία
洋画 ようが
ουσιαστικό
- 01 δυτικότροπη ζωγραφική
- 02 δυτική ταινία, δυτικό φιλμ
洋式 ようしき
ουσιαστικό
- 01 δυτικού τύπου, ξένος
- 02 δυτικού τύπου τουαλέτα, τουαλέτα με καζανάκι
洋室 ようしつ
ουσιαστικό
- 01 δωμάτιο δυτικού τύπου
洋服屋 ようふくや
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα δυτικών ενδυμάτων, κατάστημα ρούχων
- 02 ράφτης, μοδίστρα, ραφείο
洋書 ようしょ
ουσιαστικό
- 01 δυτικό βιβλίο
洋行 ようこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ταξίδι στο εξωτερικό (σε δυτικές χώρες), μετάβαση στο εξωτερικό (για σπουδές ή ταξίδι)
- 02 κατάστημα που λειτουργεί υπό ξένη διεύθυνση (στην προκομμουνιστική Κίνα)
洋酒 ようしゅ
ουσιαστικό
- 01 δυτικά κρασιά και οινοπνευματώδη ποτά, δυτικά αλκοολούχα ποτά
洋楽 ようがく
ουσιαστικό
- 01 δυτική μουσική, ευρωπαϊκή μουσική
洋間 ようま
ουσιαστικό
- 01 δωμάτιο δυτικού τύπου
洋裁 ようさい
ουσιαστικό
- 01 δυτική ραπτική
洋服店 ようふくてん
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα δυτικών ενδυμάτων, κατάστημα ρούχων
- 02 ραφείο