19 αποτελέσματα για «津»

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 Τσου (πόλη στο νομό Μίε)
  2. 02 λιμάνι, λιμένας
  3. 03 φέρι, πορθμείο
津波 つなみ N1

ουσιαστικό

  1. 01 τσουναμί, παλιρροϊκό κύμα
津軽 つがる

ουσιαστικό

  1. 01 Τσουγκάρου (δυτική περιοχή του νομού Αομόρι)
津々浦々 つつうらうら

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 σε ολόκληρη τη χώρα, σε κάθε γωνιά της γης, παντού, σε κάθε λιμάνι και όρμο
津々 しんしん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αναβλύζων, ξεχειλίζων, αστείρευτος, ακατάπαυστος, ατελείωτος
津軽弁 つがるべん

ουσιαστικό

  1. 01 διάλεκτος Τσουγκαρού
津波警報 つなみけいほう

ουσιαστικό

  1. 01 προειδοποίηση για τσουνάμι
津液 しんえき

ουσιαστικό

  1. 01 σάλιο, πτύελο
  2. 02 υγρό (στην κινεζική ιατρική, κυρίως άχρωμο σωματικό υγρό, π.χ. δάκρυα)
津波注意報 つなみちゅういほう

ουσιαστικό

  1. 01 προειδοποίηση τσουνάμι
津田塾大学 つだじゅくだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 πανεπιστήμιο Τσούντα Τζούκου
津波地震 つなみじしん

ουσιαστικό

  1. 01 σεισμός-τσουνάμι
津軽鉱 つがるこう

ουσιαστικό

  1. 01 τσουγκαρουίτης
津島派 つしまは

ουσιαστικό

  1. 01 φατρία Τσουσίμα (του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος)
津波予報 つなみよほう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγνωση τσουνάμι
津軽三味線 つがるじゃみせん

ουσιαστικό

  1. 01 τσουγκαρού-τζαμισέν (είδος σαμισέν και μουσικό είδος για σαμισέν), τσουγκαρού σαμισέν
津山工業高等専門学校 つやまこうぎょうこうとうせんもんがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 Τεχνικό Κολλέγιο Τσουγιάμα
津田駒工業 つだこまこうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 Τσουντακόμα Κορπορέισον
津山事件 つやまじけん

ουσιαστικό

  1. 01 σφαγή του Τσουγιάμα (1938, μαζική δολοφονία εκδίκησης 30 ανθρώπων)
  1. 01 καταφύγιο
  2. 02 λιμάνι
  3. 03 λιμάνι
  4. 04 φέριμποτ