4 αποτελέσματα για «浣»

浣腸 かんちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλύσμα
浣腸器 かんちょうき

ουσιαστικό

  1. 01 κλυστήρας, αντλία υποκλυσμού, σωλήνας υποκλυσμού, συσκευή υποκλυσμού
浣腸液 かんちょうえき

ουσιαστικό

  1. 01 κλύσμα
  1. 01 πλύνω