467 αποτελέσματα για «海»
海 うみ N5
ουσιαστικό
- 01 θάλασσα, ωκεανός, ύδατα
海外 かいがい N3
ουσιαστικό
- 01 ξένος, στο εξωτερικό, υπερπόντιος
海岸 かいがん N4
ουσιαστικό
- 01 ακρογιαλιά, ακτή, παραλία, παραθαλάσσια περιοχή
海賊 かいぞく
ουσιαστικό
- 01 πειρατής
海上 かいじょう
ουσιαστικό
- 01 θαλάσσιος, επιφάνεια της θάλασσας
海水 かいすい
ουσιαστικό
- 01 θαλασσινό νερό, αλμυρό νερό
海面 かいめん
ουσιαστικό
- 01 στάθμη θάλασσας, επιφάνεια της θάλασσας
海底 かいてい
ουσιαστικό, άλλο
- 01 πυθμένας της θάλασσας, θαλάσσιος πυθμένας
- 02 υποθαλάσσιος
海軍 かいぐん
ουσιαστικό
- 01 ναυτικό, πολεμικό ναυτικό
海辺 うみべ
ουσιαστικό
- 01 ακρογιαλιά, ακτή, παραλία, παραθαλάσσια περιοχή
海中 かいちゅう
ουσιαστικό
- 01 υποθαλάσσιος, μέσα στη θάλασσα
海老 えび
ουσιαστικό
- 01 γαρίδα, καραβίδα, αστακός
海水浴 かいすいよく N2
ουσιαστικό
- 01 κολύμπι στη θάλασσα, θαλάσσιο μπάνιο, λουτρό με θαλασσινό νερό, βουτιά στη θάλασσα
海域 かいいき
ουσιαστικό
- 01 θαλάσσια περιοχή, ύδατα
海を渡る うみをわたる
άλλο, ρήμα
- 01 διασχίζω τον ωκεανό (δηλαδή πηγαίνω ή έρχομαι από το εξωτερικό)
海沿い うみぞい
ουσιαστικό
- 01 παραθαλάσσιος, ακτή, παραλία, παραλιακή περιοχή
海原 うなばら
ουσιαστικό
- 01 ωκεανός, θάλασσα, η άβυσσος
海岸線 かいがんせん
ουσιαστικό
- 01 ακτογραμμή
- 02 παράκτια σιδηροδρομική γραμμή
海風 かいふう
ουσιαστικό
- 01 θαλασσινή αύρα
海苔 のり
ουσιαστικό
- 01 νόρι, βρώσιμο θαλάσσιο φύκι, συνήθως το είδος Πορφύρα η ιεζοενσής ή Πορφύρα η τρυφερή, συνήθως αποξηραμένο και πρεσαρισμένο σε φύλλα