4 αποτελέσματα για «涎»

よだれ

ουσιαστικό

  1. 01 σάλιο
涎掛け よだれかけ

ουσιαστικό

  1. 01 σαλιάρα, σαλιάρα για τα σάλια
涎もの よだれもの

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενο που προκαλεί σιελόρροια, κάτι εξαιρετικά ελκυστικό
  1. 01 σάλιο
  2. 02 σάλιο