23 αποτελέσματα για «涼»

涼しい すずしい N5

επίθετο

  1. 01 δροσερός, αναζωογονητικός
  2. 02 καθαρός (π.χ. για μάτια), φωτεινός, λαμπερός
  3. 03 σαφής, ευδιάκριτος
  4. 04 ήρεμος, ατάραχος (για έκφραση προσώπου), ψύχραιμος
  5. 05 αγνός, έντιμος, αθώος
涼しい顔 すずしいかお

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ατάραχη όψη, αδιάφορο ύφος
涼やか すずやか

επίθετο

  1. 01 δροσερός, καθαρός
りょう

ουσιαστικό

  1. 01 δροσερό αεράκι, δροσερός αέρας, αναζωογονητική δροσιά
涼む すずむ N2

ρήμα

  1. 01 δροσίζομαι, απολαμβάνω τη δροσιά
涼風 りょうふう

ουσιαστικό

  1. 01 δροσερό αεράκι, αναζωογονητικό αεράκι
涼み すずみ

ουσιαστικό

  1. 01 δροσιζόμενος, απολαμβάνων τη δροσιά
涼気 りょうき

ουσιαστικό

  1. 01 δροσερός αέρας
涼を取る りょうをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 απολαμβάνω τη δροσιά
涼み台 すずみだい

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθριο παγκάκι (τοποθετημένο κάτω από τα γείσα ενός σπιτιού και χρησιμοποιούμενο για δροσιά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού)
涼味 りょうみ

ουσιαστικό

  1. 01 δροσιά, αίσθηση δροσιάς
涼しげ すずしげ

επίθετο

  1. 01 δροσερός (ως προς τη θερμοκρασία), αναζωογονητικός
  2. 02 καθαρός (για ήχο, αντικείμενα κ.λπ.), λαμπερός
  3. 03 ψύχραιμος, ήρεμος (για συμπεριφορά), ατάραχος
涼感 りょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση δροσιάς (π.χ. από τη χρήση ελαφρών ρούχων σε ζεστό καιρό), δροσερή αίσθηση, δροσερή εντύπωση
涼秋 りょうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 δροσόλουστο φθινόπωρο, δροσερό φθινόπωρο
涼み客 すずみきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 άνθρωποι που απολαμβάνουν τη δροσιά
涼雨 りょうう

ουσιαστικό

  1. 01 δροσερή βροχή
涼しき方 すずしきかた

ουσιαστικό

  1. 01 αγιότοπος του Αμίταμπα, Σουκαβάτι
涼しき道 すずしきみち

ουσιαστικό

  1. 01 το μονοπάτι προς την Σουκαβάτι (την Αγνή Χώρα του Αμιτάμπα)
涼亭 りょうてい

ουσιαστικό

  1. 01 κιόσκι σε κήπο (χρησιμοποιείται για δροσιά), κιόσκι
涼暮月 すずくれづき

ουσιαστικό

  1. 01 έκτος σεληνιακός μήνας