7 αποτελέσματα για «淋»
淋巴 リンパ
ουσιαστικό
- 01 λέμφος
淋病 りんびょう
ουσιαστικό
- 01 γονόρροια, βλεννόρροια
淋漓 りんり
επίρρημα, άλλο
- 01 καταρρακτωδώς, έντονα, άφθονα
- 02 ξεχειλίζων (από συναίσθημα κ.λπ.), πλημμυρισμένος (από), τολμηρός (π.χ. πινελιές)
淋菌 りんきん
ουσιαστικό
- 01 γονόκοκκος (Neisseria gonorrhoeae)
淋疾 りんしつ
ουσιαστικό
- 01 γονόρροια
淋毒 りんどく
ουσιαστικό
- 01 γονόρροια, βλεννόρροια
淋
- 01 μοναχικός
- 02 έρημος, εγκαταλελειμμένος