8 αποτελέσματα για «淑»

淑女 しゅくじょ

ουσιαστικό

  1. 01 κυρία
  2. 02 διεστραμμένη
淑やか しとやか N1

επίθετο

  1. 01 κομψός, ευγενικός, σεμνός, πράος, ευπρεπής, ήσυχος, καλοαναθρεμμένος, εκλεπτυσμένος (για συμπεριφορά)
淑徳 しゅくとく

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικείες αρετές
淑女風 しゅくじょふう

ουσιαστικό

  1. 01 κυριλέ, με τρόπο που παραπέμπει σε κυρία
淑景舎 しげいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία των αυλικών κυριών (στο εσωτερικό ανάκτορο Χεϊάν)
淑徳大学 しゅくとくだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Σουκουτόκου
淑徳大学短期大学部 しゅくとくだいがくたんきだいがくぶ

ουσιαστικό

  1. 01 Σουκουτόκου Ντάιγκακου Τάνκι Ντάιγκακουμπο (Σχολή Ανώτερης Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Σουκουτόκου)
  1. 01 χαριτωμένος
  2. 02 ήπιος, ευγενικός
  3. 03 αγνός, καθαρός