5 αποτελέσματα για «淘»
淘汰 とうた
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ξεκαθάρισμα, εξάλειψη (π.χ. πλεονάζοντος προσωπικού), εκκαθάριση, επιλογή
- 02 επιλογή
淘げる よなげる
ρήμα
- 01 ξεχωρίζω και απορρίπτω, κοσκινίζω και ταξινομώ, ξεπλένω (ακαθαρσίες, κ.λπ.)
淘汰作用 とうたさよう
ουσιαστικό
- 01 διαλογή, ξεκαθάρισμα, επιλογή, ταξινόμηση
淘宝網 タオバオワン
ουσιαστικό
- 01 Ταομπάο (κινεζική πλατφόρμα διαδικτυακών αγορών)
淘
- 01 διαλέγω