6 αποτελέσματα για «淵»

ふち

ουσιαστικό

  1. 01 βαθιά λίμνη, βαθιά νερά, άβυσσος
  2. 02 βάθη (π.χ. απελπισίας), λαβή (π.χ. θανάτου)
淵源 えんげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαρχή, ρίζα
淵叢 えんそう

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο συγκέντρωσης, κέντρο
淵酔 えんすい

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος αυτοκρατορικού συμποσίου που πραγματοποιούνταν κατά την περίοδο Χεϊάν και μετέπειτα
  2. 02 κατάσταση μέθης, τύφλα στο μεθύσι
淵底 えんてい

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πυθμένας (υδάτων), άβυσσος
  2. 02 βάθος (κάτι), πυθμένας
  3. 03 εντελώς, διεξοδικά, πλήρως
  1. 01 άβυσσος
  2. 02 χείλος
  3. 03 βαθύ σημείο (σε ποτάμι ή λίμνη)
  4. 04 βάθη