2 αποτελέσματα για «淹»

淹れる いれる

ρήμα

  1. 01 φτιάχνω (τσάι, καφέ κ.λπ.), παρασκευάζω ρόφημα (με ζεστό νερό)
  1. 01 βουτώ
  2. 02 μουλιάζω
  3. 03 βυθίζω
  4. 04 σταματώ
  5. 05 αργοπορώ