8 αποτελέσματα για «渉»

渉外 しょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιες σχέσεις, επικοινωνία με πελάτες, πελατειακές σχέσεις
渉猟 しょうりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τριγυρίζω σε μέρη (βουνά, πεδιάδες κ.λπ., αναζητώντας κάτι), περιπλανώμαι, ψάχνω παντού
  2. 02 διαβάζω εκτενώς
渉外部 しょうがいぶ

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα διασύνδεσης, τμήμα δημοσίων σχέσεων
渉外係 しょうがいがかり

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεσμος, υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων
渉禽類 しょうきんるい

ουσιαστικό

  1. 01 παρυδάτια πουλιά
渉外私法 しょうがいしほう

ουσιαστικό

  1. 01 διεθνές ιδιωτικό δίκαιο, σύγκρουση νόμων
渉外労務管理事務所 しょうがいろうむかんりじむしょ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο διαχείρισης εργασιακών σχέσεων
  1. 01 πέρασμα
  2. 02 διασχίζω
  3. 03 περνώ
  4. 04 μεταφέρω με πλοίο
  5. 05 έχω σημασία
  6. 06 εμπλέκω, αφορώ