75 αποτελέσματα για «渡»

渡す わたす N5

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω απέναντι, διασχίζω, περνώ
  2. 02 απλώνω πάνω από, κατασκευάζω πάνω από
  3. 03 παραδίδω, δίνω, μεταβιβάζω
渡る わたる N5

ρήμα

  1. 01 διασχίζω, περνώ
  2. 02 εκτείνομαι, καλύπτω
渡り合う わたりあう

ρήμα

  1. 01 παλεύω, διασταυρώνω τα ξίφη μου, ανταγωνίζομαι
  2. 02 διαπληκτίζομαι, φιλονικώ, αντιδικώ, συζητώ έντονα
渡り廊下 わたりろうか

ουσιαστικό

  1. 01 στεγασμένος διάδρομος που συνδέει δύο κτίρια, συνδετικό πέρασμα
  2. 02 εναέριος διάδρομος, υπερυψωμένη γέφυρα πεζών
渡り歩く わたりあるく

ρήμα

  1. 01 περιπλανιέμαι από τόπο σε τόπο, αλλάζω δουλειές
渡り わたり

ουσιαστικό

  1. 01 διάβαση, πέρασμα, διέλευση
  2. 02 εισαγωγή
  3. 03 περιπλάνηση, περιπλανώμενος
  4. 04 μετανάστευση
  5. 05 επαφή, σχέσεις, διαπραγματεύσεις
  6. 06 βατάρι, σύνδεση κάτω από τις πέτρες του αντιπάλου στη γωνία ή κοντά στην άκρη της σκακιέρας
  7. 07 γλίστρημα
渡し わたし

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 πορθμείο (διάπλους), φέρι (πλοίο)
  2. 02 παράδοση
渡りに船 わたりにふね

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 θεϊκό δώρο, σανίδα σωτηρίας, έγκαιρη προσφορά, απροσδόκητη τύχη
渡航 とこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θαλασσινό ταξίδι, μετάβαση, ταξίδι
渡り鳥 わたりどり N1

ουσιαστικό

  1. 01 μεταναστευτικό πτηνό, αποδημητικό πουλί
渡来 とらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άφιξη από το εξωτερικό
  2. 02 εισαγωγή από το εξωτερικό, έλευση
渡河 とか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάσχιση ποταμού
渡米 とべい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στις Ηνωμένες Πολιτείες
渡世 とせい

ουσιαστικό

  1. 01 εξασφάλιση των προς το ζην, βιοπορισμός
  2. 02 επάγγελμα, εργασία, εμπορική δραστηριότητα
渡海 とかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάσχιση της θάλασσας
渡し船 わたしぶね

ουσιαστικό

  1. 01 πορθμείο, φέρι μποτ
渡りをつける わたりをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 έρχομαι σε επαφή, επικοινωνώ, συνάπτω σχέσεις, καταλήγω σε συμφωνία
渡し場 わたしば

ουσιαστικό

  1. 01 αποβάθρα πορθμείου, σημείο αναχώρησης ή άφιξης για φέρι
渡船 とせん

ουσιαστικό

  1. 01 πορθμείο, φέρι μποτ
渡し守 わたしもり

ουσιαστικό

  1. 01 περαματάρης