4 αποτελέσματα για «渺»

びょう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αχανής, απέραντος, τεράστιος, ευρύς
渺茫 びょうぼう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αχανής, απέραντος
渺々 びょうびょう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 απέραντος, αχανής, τεράστιος, ευρύς
  1. 01 μικροσκοπικός, πολύ μικρός
  2. 02 απεριόριστος, άπειρος