4 αποτελέσματα για «湛»
湛える たたえる
ρήμα
- 01 γεμίζω, είμαι γεμάτος
- 02 εκφράζω, αποπνέω, φοράω (π.χ. ένα χαμόγελο)
湛然 たんぜん
ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα
- 01 ακίνητος και γεμάτος νερό, ήρεμος και ακίνητος
湛水 たんすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλημμύρα, γέμισμα, κατάκλυση, βύθιση, έμφραξη
湛
- 01 γεμίζω
- 02 φοράω (χαμόγελο)
- 03 καθαρός
- 04 αγνός
- 05 πυκνός
- 06 βαθύς