9 αποτελέσματα για «滝»

たき N2

ουσιαστικό

  1. 01 καταρράκτης
  2. 02 ορμητικά νερά
滝川 たきがわ

ουσιαστικό

  1. 01 ορμητικά νερά, καταρράκτες
滝に打たれる たきにうたれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στέκομαι κάτω από καταρράκτη (ως πνευματική άσκηση)
滝口 たきぐち

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή καταρράκτη
滝行 たきぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 τελετουργική άσκηση κάτω από καταρράκτη
滝登り たきのぼり

ουσιαστικό

  1. 01 ανάβαση (ψαριού) σε καταρράκτη
滝壷 たきつぼ

ουσιαστικό

  1. 01 λεκάνη καταρράκτη, λίμνη κάτω από καταρράκτη, λεκάνη απορροής
滝汗 たきあせ

ουσιαστικό

  1. 01 έντονη εφίδρωση, υπερβολική εφίδρωση
  1. 01 καταρράκτης
  2. 02 ορμητικά νερά, ορμητικό ρεύμα
  3. 03 μικρός καταρράκτης, καταρράκτης