13 αποτελέσματα για «滴»

滴る したたる

ρήμα

  1. 01 στάζω, περιέρχομαι σε σταγόνες
  2. 02 ξεχειλίζω (από φρεσκάδα, ομορφιά κ.λπ.)
しずく

ουσιαστικό

  1. 01 σταγόνα (π.χ. νερού), ρανίδα
滴り落ちる したたりおちる

ρήμα

  1. 01 στάζω, κυλάω αργά
てき

άλλο

  1. 01 μετρητής για σταγόνες υγρού
滴々 てきてき

άλλο, επίρρημα

  1. 01 στάξιμο, σταγόνα-σταγόνα
滴下 てきか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στάξιμο, πτώση σταγόνας, απόσταξη
滴らす したたらす

ρήμα

  1. 01 στάζω, ραντίζω
滴水 てきすい

ουσιαστικό

  1. 01 σταγόνα νερού που πέφτει
滴定 てきてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τιτλοδότηση
滴り したたり

ουσιαστικό

  1. 01 σταγόνα, στάξιμο, ρυάκι
  2. 02 νερό που στάζει από βρύα, βράχια ή γκρεμούς κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού
滴定量 てきていりょう

ουσιαστικό

  1. 01 τιτλοδοτούμενη ποσότητα
滴瓶 てきびん

ουσιαστικό

  1. 01 σταγονόμετρο, φιάλη σταγόνων
  1. 01 στάζω
  2. 02 σταγόνα