5 αποτελέσματα για «漠»

漠然 ばくぜん N1

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αόριστος, ασαφής, συγκεχυμένος, θολός, διφορούμενος
ばく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ασαφής, αόριστος
  2. 02 τεράστιος, απέραντος
漠々 ばくばく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αχανής, απέραντος
  2. 02 ασαφής, αόριστος
漠とした ばくとした

άλλο

  1. 01 αόριστος, ασαφής, θολός, δυσδιάκριτος, αμφίσημος
  1. 01 αόριστος
  2. 02 δυσδιάκριτος
  3. 03 έρημος
  4. 04 ευρύς