35 αποτελέσματα για «漫»
漫画 まんが N4
ουσιαστικό
- 01 κινούμενο σχέδιο, κόμικ, κόμικς, μάνγκα
漫画家 まんがか
ουσιαστικό
- 01 σχεδιαστής κόμικ, δημιουργός μάνγκα, καλλιτέχνης μάνγκα, συγγραφέας μάνγκα, μάνγκακα
漫才 まんざい
ουσιαστικό
- 01 μανζάι, κωμικός διάλογος, κωμικό νούμερο δύο ατόμων, συνήθως παρουσιάζεται ως διάλογος με γρήγορο ρυθμό, περιστασιακά παρουσιάζεται ως σκετς
漫然 まんぜん
άλλο, επίρρημα
- 01 απρόσεκτος, αστόχαστος
- 02 ασύνδετος, ασυνάρτητος
- 03 αδόμητος, ακανόνιστος
- 04 τυχαίος, επιπόλαιος
漫画雑誌 まんがざっし
ουσιαστικό
- 01 περιοδικό κόμικ
漫研 まんけん
ουσιαστικό
- 01 λέσχη μελέτης μάνγκα
- 02 λέσχη μάνγκα
漫画本 まんがぼん
ουσιαστικό
- 01 κόμικ
漫談 まんだん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συζήτηση, χαλαρή κουβέντα
漫遊 まんゆう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ταξίδι αναψυχής, περιήγηση
漫才師 まんざいし
ουσιαστικό
- 01 κωμικός μανζάι
漫喫 まんきつ
ουσιαστικό
- 01 καφετέρια μάνγκα, κατάστημα με βιβλιοθήκη μάνγκα (συνήθως διαθέτει παροχές διαδικτύου και χρέωση ανά ώρα)
漫画化 まんがか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γελοιογραφία
- 02 μετατροπή ταινίας, μυθιστορήματος κ.λπ. σε μάνγκα, δημιουργία κόμικ εκδοχής ενός έργου
漫画研究会 まんがけんきゅうかい
ουσιαστικό
- 01 σύλλογος για τη μελέτη των μάνγκα
- 02 λέσχη μάνγκα
漫々 まんまん
άλλο, επίρρημα
- 01 αχανής, απέραντος
漫歩 まんぽ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χαλαρός περίπατος, βόλτα, περιπλάνηση
漫ろ そぞろ
επίθετο, επίρρημα
- 01 ανήσυχος, ταραγμένος (και ανίκανος να συγκεντρωθεί), αφηρημένος
- 02 για κάποιον λόγο
漫録 まんろく
ουσιαστικό
- 01 τυχαίες παρατηρήσεις, αυθόρμητα σχόλια
漫筆 まんぴつ
ουσιαστικό
- 01 πρόχειρες σημειώσεις, αποσπασματικά γραπτά
漫罵 まんば
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάκριση, χλευασμός
漫画映画 まんがえいが
ουσιαστικό
- 01 ταινία κινουμένων σχεδίων, καρτούν