11 αποτελέσματα για «濾»

濾過 ろか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διήθηση, φιλτράρισμα, διήθηση (διαπερατότητα)
濾過器 ろかき

ουσιαστικό

  1. 01 σουρωτήρι, τρυπητό, φίλτρο
濾過性病原体 ろかせいびょうげんたい

ουσιαστικό

  1. 01 ιός
濾水 ろすい

ουσιαστικό

  1. 01 φιλτραρισμένο νερό
  2. 02 αποστράγγιση
濾液 ろえき

ουσιαστικό

  1. 01 διήθημα
濾取 ろしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 διήθημα, κατακάθι φίλτρου, ίζημα
濾水タンク ろすいタンク

ουσιαστικό

  1. 01 κλίνη διήθησης
濾水器 ろすいき

ουσιαστικό

  1. 01 φίλτρο νερού
濾胞 ろほう

ουσιαστικό

  1. 01 θυλάκιο (κυρίως ωοθυλάκιο)
濾し布 こしぬの

ουσιαστικό

  1. 01 υφασμάτινο σουρωτήρι, ύφασμα φιλτραρίσματος
  1. 01 φιλτράρω