10 αποτελέσματα για «瀉»
瀉血 しゃけつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αφαίμαξη, φλεβοτομή
瀉薬 しゃやく
ουσιαστικό
- 01 καθαρτικό, υπακτικό
瀉下 しゃげ
ουσιαστικό, άλλο, ρήμα
- 01 κάθαρση, υπακτική δράση, κένωση, καθαρτική αγωγή, διάρροια
- 02 εκροή, χύσιμο (νερού, κ.λπ.)
瀉下薬 しゃげやく
ουσιαστικό
- 01 υπακτικό, καθαρτικό, εκκενωτικό
瀉利塩 しゃりえん
ουσιαστικό
- 01 εψομίτης, άλας του Έψομ, θειικό μαγνήσιο
瀉する しゃする
ρήμα
- 01 παθαίνω διάρροια
- 02 κάνω εμετό
瀉す しゃす
ρήμα
- 01 παθαίνω διάρροια
- 02 κάνω εμετό
瀉剤 しゃざい
ουσιαστικό
- 01 καθαρτικό, υπακτικό
瀉痢 しゃり
ουσιαστικό
- 01 διάρροια
瀉
- 01 κένωση