4 αποτελέσματα για «瀝»

瀝青炭 れきせいたん

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλτούχος γαιάνθρακας
瀝青ウラン鉱 れきせいウランこう

ουσιαστικό

  1. 01 ρεκισεϊουρανκό, πισσουρανίτης
瀝青岩 れきせいがん

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλτούχος βράχος, ασφαλτόπετρα
  1. 01 στάξιμο