4 αποτελέσματα για «瀞»

とろ

ουσιαστικό

  1. 01 λιμνάζον τμήμα ποταμού
瀞み とろみ

ουσιαστικό

  1. 01 στασιμότητα, ηρεμία
瀞む とろむ

ρήμα

  1. 01 λιμνάζω, ακινητοποιούμαι
  1. 01 καθαρό νερό
  2. 02 διαυγές νερό
  3. 03 βαθούλωμα σε ποτάμι