20 αποτελέσματα για «瀬»

ουσιαστικό

  1. 01 αβαθή, αμμόλοφος
  2. 02 ορμητικά νερά, ρεύμα, χείμαρρος
  3. 03 θέση, σημείο
  4. 04 ευκαιρία, πιθανότητα
瀬戸際 せとぎわ

ουσιαστικό

  1. 01 χείλος, όριο, κρίσιμη στιγμή, αποφασιστική στιγμή
瀬戸 せと

ουσιαστικό

  1. 01 πορθμός, στενό
瀬戸内海 せとないかい

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική θάλασσα Σέτο, εσωτερική θάλασσα
瀬戸物 せともの N2

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικά, πορσελάνη, πήλινα, είδη υαλικών
  2. 02 κεραμικά Σέτο, κεραμικά από το Σέτο (νομός Άιτσι)
瀬踏み せぶみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μέτρηση βάθους (ενός ποταμού), διερεύνηση των νερών
瀬取り せどり

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφόρτωση εμπορευμάτων από πλοίο σε πλοίο, παράδοση ανοικτά της ακτής (σε μικρότερα σκάφη)
瀬戸際外交 せとぎわがいこう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλωματία του χείλους του γκρεμού
瀬戸引き せとびき

ουσιαστικό

  1. 01 εμαγιέ, εμαγιέ σκεύος
瀬を下る せをくだる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κατεβαίνω τα ορμητικά νερά
瀬戸際政策 せとぎわせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική του χείλους του γκρεμού
瀬戸焼き せとやき

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικά από τη Σετό (νομός Αΐτσι)
瀬田蜆 せたしじみ

ουσιαστικό

  1. 01 σετασιτζίμι (είδος κοχυλιού του γλυκού νερού)
瀬戸物市 せとものいち

ουσιαστικό

  1. 01 αγορά κεραμικών
瀬取り船 せどりぶね

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή βάρκα που χρησιμοποιείται για την εκφόρτωση εμπορευμάτων από μεγάλο πλοίο αγκυροβολημένο σε κοντινή απόσταση
瀬戸茅 せとがや

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική αλεπούρα (Alopecurus japonicus)
瀬戸内式気候 せとうちしききこう

ουσιαστικό

  1. 01 κλίμα της περιοχής Σετούτσι
瀬切れ せぎれ

ουσιαστικό

  1. 01 αποξήρανση (της επιφάνειας της κοίτης ποταμού)
瀬戸内海環境保全審議会 せとないかいかんきょうほぜんしんぎかい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβούλιο προστασίας περιβάλλοντος εσωτερικής θάλασσας Σέτο
  1. 01 ορμητικά νερά
  2. 02 ρεύμα
  3. 03 χείμαρρος
  4. 04 αβαθή
  5. 05 ξέρα