10 αποτελέσματα για «灌»

灌木 かんぼく

ουσιαστικό

  1. 01 θάμνος
灌漑 かんがい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άρδευση
灌頂 かんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιεροτελεστία τύπου βάπτισης που τελούν οι βούδες σε έναν μποντισάτβα ο οποίος επιτυγχάνει τη βουδικότητα
  2. 02 ιεροτελεστία τύπου βάπτισης για την απονομή προδιαγραφών, μιας μυστικιστικής διδασκαλίας κ.ά. σε κάποιον (στον εσωτεριστικό βουδισμό)
  3. 03 ρίψη νερού πάνω σε επιτύμβια στήλη
  4. 04 διδασκαλία εσωτεριστικών τεχνικών, συνθέσεων κ.ά. (στην ιαπωνική ποίηση ή μουσική)
灌漑用水 かんがいようすい

ουσιαστικό

  1. 01 νερό άρδευσης
灌仏会 かんぶつえ

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή γέννησης του Βούδα (πραγματοποιείται στις 8 Απριλίου), γιορτή των γενεθλίων του Βούδα
灌流 かんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αιμάτωση, διάχυση
灌流圧 かんりゅうあつ

ουσιαστικό

  1. 01 πίεση αιμάτωσης
灌漑農業 かんがいのうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρδευόμενη γεωργία
灌注 かんちゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άρδευση, πλύση, κατάβρεξη, καταιονισμός
  2. 02 παροχή (νερού), άρδευση, έγχυση, πότισμα
  1. 01 ρίχνω, χύνω