28 αποτελέσματα για «灯»

灯る ともる

ρήμα

  1. 01 ανάβω (π.χ. κερί, λάμπα, ηλεκτρικός λαμπτήρας), φωτίζομαι, καίγομαι
灯す ともす

ρήμα

  1. 01 ανάβω (κερί, λάμπα κ.λπ.), φωτίζω
とう

ουσιαστικό, επίθημα, άλλο

  1. 01 φως, λάμπα
  2. 02 μετρητής για ηλεκτρικά φώτα
灯火 とうか

ουσιαστικό

  1. 01 φως, φως λυχναριού
灯台 とうだい N2

ουσιαστικό

  1. 01 φάρος
  2. 02 παλιομοδίτικο εσωτερικό φωτιστικό που αποτελείται από έναν ξύλινο στύλο με ένα πιάτο γεμάτο λάδι και ένα φυτίλι στην κορυφή του
N3

ουσιαστικό

  1. 01 φως, λάμπα
灯籠 とうろう

ουσιαστικό

  1. 01 φανάρι κήπου, κρεμαστό φανάρι
灯油 とうゆ N2

ουσιαστικό

  1. 01 κηροζίνη, παραφίνη, φωτιστικό πετρέλαιο
灯台下暗し とうだいもとくらし

άλλο

  1. 01 το φως δεν φέγγει κάτω από το λυχνάρι, είναι δύσκολο να δεις ό,τι βρίσκεται ακριβώς μπροστά στη μύτη σου, ψάχνεις μακριά για όσα έχεις δίπλα σου
灯火 ともしび

ουσιαστικό

  1. 01 φως, λυχνάρι, πυρσός
灯影 とうえい

ουσιαστικό

  1. 01 τρεμόπαιγμα φωτός
灯明 とうみょう

ουσιαστικό

  1. 01 φως που προσφέρεται σε θεότητα ή Βούδα, αναθηματικό φως
灯をつける ひをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανάβω το φως
灯心 とうしん

ουσιαστικό

  1. 01 φυτίλι (λάμπας)
灯火管制 とうかかんせい

ουσιαστικό

  1. 01 συσκότιση (για την αποφυγή εντοπισμού από εχθρικά αεροσκάφη κατά τη διάρκεια νυχτερινής αεροπορικής επιδρομής)
灯籠流し とうろうながし

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή κατά την οποία χάρτινα φαναράκια αφήνονται να επιπλεύσουν σε ένα ποτάμι
灯台守 とうだいもり

ουσιαστικό

  1. 01 φαροφύλακας
灯光 とうこう

ουσιαστικό

  1. 01 φως λάμπας, φως φωτιστικού
灯下 とうか

ουσιαστικό

  1. 01 θέση κάτω από τη λάμπα, περιοχή υπό το φως της λάμπας
灯明かり ひあかり

ουσιαστικό

  1. 01 φως λάμπας, φως δαυλού