7 αποτελέσματα για «灼»

灼熱 しゃくねつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πυράκτωση, πυρακτωμένη θερμότητα, καυτή ζέστη, φλογερή θερμότητα
  2. 02 φλογερός (έρωτας), παθιασμένος (π.χ. συζήτηση), ένθερμος
灼く やく

ρήμα

  1. 01 μαυρίζω (από τον ήλιο)
  2. 02 καίω
灼か あらたか

επίθετο

  1. 01 φανερά θαυματουργός, αξιοσημείωτα θαυματουργός, εντυπωσιακός
灼然 いやちこ

επίθετο

  1. 01 φανερός (για θαύμα, σημάδι από τους Θεούς), έκδηλος
  2. 02 καταφανής, προφανής, ξεκάθαρος
灼然 しゃくぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 λαμπερός, ακτινοβόλος
  2. 02 προφανής, σαφής
灼た あらた

επίθετο

  1. 01 καθαρός, ζωντανός, λαμπρός
  2. 02 εμφανής, προφανής, έκδηλος
  1. 01 θαυμαστός, θαυματουργός