17 αποτελέσματα για «炉»

ουσιαστικό

  1. 01 εστία, τζάκι
  2. 02 κάμινος, φούρνος
  3. 03 νεαρό κορίτσι, παιδική νεαρή γυναίκα
炉辺 ろへん

ουσιαστικό

  1. 01 τζάκι, εστία
炉端 ろばた

ουσιαστικό

  1. 01 παρασιά, εστία, δίπλα στη φωτιά
炉心 ろしん

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνικός αντιδραστήρας (το κεντρικό τμήμα όπου συμβαίνει η σχάση)
炉棚 ろだな

ουσιαστικό

  1. 01 ράφι τζακιού
炉火 ろか

ουσιαστικό

  1. 01 φλόγα στο τζάκι, φωτιά στο τζάκι
炉床 ろしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εστία
炉を囲む ろをかこむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάθομαι γύρω από τη φωτιά
炉端焼き ろばたやき

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό μαγειρεμένο σε ψησταριά μπροστά στους πελάτες (ρομπαταγιάκι)
炉辺談話 ろへんだんわ

ουσιαστικό

  1. 01 συνομιλία δίπλα στο τζάκι
炉心溶融 ろしんようゆう

ουσιαστικό

  1. 01 τήξη πυρήνα, κατάρρευση πυρήνα, τήξη πυρήνα πυρηνικού αντιδραστήρα
炉開き ろびらき

ουσιαστικό

  1. 01 το άνοιγμα της χειμερινής εστίας
炉壁 ろへき

ουσιαστικό

  1. 01 τοίχος καμίνου
炉冷 ろれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψύξη σε κάμινο
炉塞ぎ ろふさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κλείσιμο της χειμερινής εστίας
炉利 ロリ

ουσιαστικό

  1. 01 κορίτσι προεφηβικής ηλικίας, νεαρό κορίτσι, νεαρή γυναίκα με παιδική εμφάνιση
  2. 02 λολίτα, σεξουαλική έλξη προς κορίτσια προεφηβικής ηλικίας, παιδεραστής, παιδεραστία
  1. 01 εστία
  2. 02 κάμινος
  3. 03 κλίβανος
  4. 04 αντιδραστήρας