26 αποτελέσματα για «炊»

炊く たく N3

ρήμα

  1. 01 μαγειρεύω δημητριακά (π.χ. ρύζι)
  2. 02 βράζω, σιγοβράζω, μαγειρεύω με σιγανή φωτιά, κοχλάζω
  3. 03 θυμώνω, εκρήγνυμαι
炊事 すいじ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μαγείρεμα, δουλειές της κουζίνας
炊飯器 すいはんき

ουσιαστικό

  1. 01 συσκευή μαγειρέματος ρυζιού
炊き出し たきだし

ουσιαστικό

  1. 01 διανομή φαγητού (ειδικότερα μαγειρεμένου ρυζιού)
炊事場 すいじば

ουσιαστικό

  1. 01 κουζίνα, μαγειρείο, μαγειρείο πλοίου
炊き込みご飯 たきこみごはん

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι μαγειρεμένο με διάφορα υλικά και καρυκεύματα
炊きたて たきたて

ουσιαστικό

  1. 01 φρεσκομαγειρεμένο (ρύζι), μόλις βρασμένο, αχνιστό, καυτό
炊飯 すいはん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μαγείρεμα ρυζιού, βράσιμο ρυζιού
炊き上がる たきあがる

ρήμα

  1. 01 μαγειρεύομαι, ολοκληρώνω το μαγείρεμα (για ρύζι)
炊き出す たきだす

ρήμα

  1. 01 μοιράζω μαγειρεμένο ρύζι (π.χ. κατά τη διάρκεια μιας έκτακτης ανάγκης)
炊飯ジャー すいはんジャー

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτρική συσκευή μαγειρέματος και διατήρησης θερμότητας ρυζιού
炊き込む たきこむ

ρήμα

  1. 01 μαγειρεύω κάτι μαζί με ρύζι
炊き上げる たきあげる

ρήμα

  1. 01 μαγειρεύω (ειδικότερα δημητριακά όπως το ρύζι, με βράσιμο), ολοκληρώνω το μαγείρεμα
炊き合わせ たきあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό (κρέας, ψάρι, λαχανικά κ.λπ.) που μαγειρεύεται ξεχωριστά αλλά σερβίρεται μαζί στο ίδιο πιάτο
炊ぐ かしぐ

ρήμα

  1. 01 μαγειρεύω (π.χ. ρύζι), βράζω
炊さん すいさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μαγείρεμα (ρυζιού, δημητριακών)
炊事婦 すいじぶ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα που βοηθά στην προετοιμασία φαγητού
炊き込み たきこみ

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό μαγειρεμένο μαζί με ρύζι
炊夫 すいふ

ουσιαστικό

  1. 01 άνδρας μάγειρας
炊婦 すいふ

ουσιαστικό

  1. 01 μαγείρισσα, υπηρέτρια κουζίνας