82 αποτελέσματα για «炭»
炭 すみ
ουσιαστικό
- 01 κάρβουνο
- 02 καμένα υπολείμματα
炭酸 たんさん
ουσιαστικό
- 01 ανθρακικό οξύ
- 02 ανθρακούχο νερό, ανθρακούχο ποτό
- 03 μαγειρική σόδα, ανθρακικό νάτριο
炭化 たんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανθράκωση
炭鉱 たんこう N2
ουσιαστικό
- 01 ανθρακωρυχείο, λιγνιτωρυχείο
- 02 φρέαρ ανθρακωρυχείου
炭火 すみび
ουσιαστικό
- 01 φωτιά από κάρβουνα
炭水化物 たんすいかぶつ
ουσιαστικό
- 01 υδατάνθρακας
炭酸水 たんさんすい
ουσιαστικό
- 01 ανθρακούχο νερό, σόδα
炭素 たんそ N1
ουσιαστικό
- 01 άνθρακας (C)
炭酸飲料 たんさんいんりょう
ουσιαστικό
- 01 ανθρακούχο ποτό, αναψυκτικό, σόδα
炭焼き すみやき
ουσιαστικό
- 01 καρβουνοποιία, καρβουνοποιός
- 02 ψημένος στα κάρβουνα
炭酸ガス たんさんガス
ουσιαστικό
- 01 διοξείδιο του άνθρακα, ανθρακικό οξύ σε αέρια μορφή
炭俵 すみだわら
ουσιαστικό
- 01 σάκος για κάρβουνο
炭火焼き すみびやき
ουσιαστικό
- 01 ψήσιμο στα κάρβουνα
炭素繊維 たんそせんい
ουσιαστικό
- 01 ανθρακονήματα
炭団 たどん
ουσιαστικό
- 01 μπρικέτα κάρβουνου
炭酸カルシウム たんさんカルシウム
ουσιαστικό
- 01 ανθρακικό ασβέστιο (CaCO3)
炭塵 たんじん
ουσιαστικό
- 01 ανθρακόσκονη
炭田 たんでん
ουσιαστικό
- 01 ανθρακοφόρο πεδίο
炭疽菌 たんそきん
ουσιαστικό
- 01 βάκιλος του άνθρακα (το βακτήριο του άνθρακα)
炭鉱労働者 たんこうろうどうしゃ
ουσιαστικό
- 01 ανθρακωρύχος