51 αποτελέσματα για «為»

為る する N3

ρήμα, επίθημα, άλλο

  1. 01 κάνω, εκτελώ, πραγματοποιώ
  2. 02 προκαλώ να γίνει, καθιστώ, μετατρέπω σε
  3. 03 υπηρετώ ως, ενεργώ ως, εργάζομαι ως
  4. 04 φοράω (ρούχα, έκφραση προσώπου, κ.λπ.)
  5. 05 κρίνω ως, θεωρώ ως, σκέφτομαι ως, αντιμετωπίζω ως, χρησιμοποιώ ως
  6. 06 αποφασίζω για, επιλέγω
  7. 07 γίνομαι αισθητός (για μυρωδιά, θόρυβο, κ.λπ.)
  8. 08 είμαι (σε μια κατάσταση, συνθήκη, κ.λπ.)
  9. 09 αξίζω, κοστίζω
  10. 10 περνάω (για χρόνο), παρέρχομαι
  11. 11 τοποθετώ ή αναβιβάζω κάποιον σε μια θέση ή κατάσταση
  12. 12 μεταμορφώνω κάτι σε κάτι άλλο, μετατρέπω κάτι σε κάτι άλλο, ανταλλάσσω κάτι με κάτι άλλο
  13. 13 χρησιμοποιώ το Α για το Β, θεωρώ το Α ως Β, διαχειρίζομαι το Α σαν να ήταν Β
  14. 14 αισθάνομαι για κάτι
  15. 15 ρηματική κατάληξη που μετατρέπει ουσιαστικά σε ρήματα
  16. 16 δημιουργεί ταπεινό ρήμα (μετά από ουσιαστικό με πρόθημα ο ή γκο)
  17. 17 είμαι έτοιμος να, μόλις αρχίζω να, προσπαθώ να, επιχειρώ να
為さる なさる

ρήμα

  1. 01 κάνω (τιμητικό)
ため N4

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 καλό, πλεονέκτημα, όφελος, ευημερία
  2. 02 σκοπός, στόχος
  3. 03 συνέπεια, αποτέλεσμα, επίδραση
  4. 04 όσον αφορά, σχετικά με, αναφορικά με
為す なす N2

ρήμα

  1. 01 πράττω, διαπράττω, εκτελώ, επιφέρω
為政者 いせいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτικός, διοικητής, πολιτικός παράγοντας, υπεύθυνος χάραξης πολιτικής
為になる ためになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ωφελώ, είμαι επωφελής, είμαι χρήσιμος, κάνω καλό, ωφελούμαι
為替 かわせ N2

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομική επιταγή, γραμμάτιο
  2. 02 συναλλαγματική ισοτιμία, συνάλλαγμα
為にする ためにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενεργώ με σκοπιμότητα, έχω κρυφή ατζέντα
為される なされる

ρήμα

  1. 01 πράττω, ενεργώ
為替相場 かわせそうば

ουσιαστικό

  1. 01 συναλλαγματική ισοτιμία, ισοτιμία συναλλάγματος
為政 いせい

ουσιαστικό

  1. 01 κυβέρνηση, διοίκηση
為替レート かわせレート

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή συναλλάγματος
為せば成る なせばなる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αν έχεις τη διάθεση να κάνεις κάτι, μπορείς να το πετύχεις
為替手形 かわせてがた

ουσιαστικό

  1. 01 συναλλαγματική, γραμμάτιο πληρωμής
為様 しざま

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος δράσης, τρόπος ενέργειας
為政家 いせいか

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτικός
為替市場 かわせしじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγορά συναλλάγματος
為替取引 かわせとりひき

ουσιαστικό

  1. 01 συναλλαγματική πράξη, διαπραγμάτευση συναλλάγματος, συναλλαγή συναλλάγματος

ρήμα

  1. 01 κάνω, πράττω
為替操作 かわせそうさ

ουσιαστικό

  1. 01 παρέμβαση στο συνάλλαγμα, παρέμβαση στην αγορά συναλλάγματος, χειραγώγηση νομίσματος