66 αποτελέσματα για «烏»

烏賊 イカ

ουσιαστικό

  1. 01 σουπιά, καλαμάρι
カラス

ουσιαστικό

  1. 01 κοράκι (γένος Κόραξ), κόρακας
烏合の衆 うごうのしゅう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 άτακτο πλήθος, όχλος, συρφετός
烏帽子 えぼし

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόσι, μαύρο λακαρισμένο κάλυμμα κεφαλής από μετάξι, ύφασμα ή χαρτί, το οποίο φορούσαν αρχικά οι αυλικοί ευγενείς στην αρχαία Ιαπωνία
烏丸 うがん

ουσιαστικό

  1. 01 Ουχουάν (πρωτομογγολικός νομαδικός λαός)
烏滸がましい おこがましい

επίθετο

  1. 01 θρασύς, αυθάδης, προκλητικός, αναίδης
  2. 02 γελοίος, καταγέλαστος, παράλογος
烏天狗 からすてんぐ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό, κορακορραμφο τέγκου
烏合 うごう

ουσιαστικό

  1. 01 άτακτη συγκέντρωση, συρφετός
烏滸 おこ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ανόητο πράγμα, χαζομάρα, παραλογισμός, βλακεία
  2. 02 ανόητος, ηλίθιος, βλάκας
烏猫 からすねこ

ουσιαστικό

  1. 01 μαύρη γάτα
烏骨鶏 うこっけい

ουσιαστικό

  1. 01 μεταξόκοτα, μεταξωτή όρνιθα
烏羽玉 うばたま

ουσιαστικό

  1. 01 κατάμαυρος, κατάστικτος
  2. 02 πεγιότ (Lophophora williamsii), μεσκαλίνη
烏龍 ウーロン

ουσιαστικό

  1. 01 ουλούν (τσάι)
烏羽色 からすばいろ

ουσιαστικό

  1. 01 γυαλιστερό μαύρο
烏瓜 からすうり

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική κολοκύνθη, τριχοσάνθη η τριχωτή (Trichosanthes pilosa)
烏有に帰する うゆうにきする

άλλο, ρήμα

  1. 01 γίνομαι στάχτη, καίγομαι ολοσχερώς
烏鷺 うろ

ουσιαστικό

  1. 01 κοράκια και ερωδιοί
  2. 02 μαύρο και άσπρο (ειδικότερα για τα πιόνια του γκο)
  3. 03 γκo (παιχνίδι)
烏有 うゆう

ουσιαστικό

  1. 01 ανυπαρξία
烏有に帰す うゆうにきす

άλλο, ρήμα

  1. 01 καίγομαι και γίνομαι στάχτη, χάνομαι τελείως και καταλήγω στο μηδέν
烏枢沙摩明王 うすさまみょうおう

ουσιαστικό

  1. 01 Ουσουσαμά Μιο-ό, μια ινδουιστική και βουδιστική θεότητα που θεωρείται προστάτης της καθαριότητας και καταστροφέας των ακάθαρτων πραγμάτων