3 αποτελέσματα για «烙»

烙印 らくいん

ουσιαστικό

  1. 01 στιγμα, σημαδι
烙印を押される らくいんをおされる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στιγματίζομαι ως, χαρακτηρίζομαι ως
  1. 01 καίω