4 αποτελέσματα για «烹»

烹炊 ほうすい

ουσιαστικό

  1. 01 μαγείρεμα με βρασμό
烹炊所 ほうすいじょ

ουσιαστικό

  1. 01 κουζίνα πλοίου, μαγειρείο πλοίου
烹炊煙突 ほうすいえんとつ

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας καπνοδόχου μαγειρείου
  1. 01 βράζω
  2. 02 μαγειρεύω