3 αποτελέσματα για «煢»

煢然 けいぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 μόνος, αβοήθητος
煢独 けいどく

ουσιαστικό

  1. 01 ορφανός, ο τελευταίος εν ζωή συγγενής
  1. 01 εντελώς μόνος
  2. 02 χωρίς οικογένεια
  3. 03 ανησυχία