10 αποτελέσματα για «煤»

すす

ουσιαστικό

  1. 01 αιθάλη, κάπνα
煤ける すすける

ρήμα

  1. 01 καπνίζω, μαυρίζω από τον καπνό
煤煙 ばいえん

ουσιαστικό

  1. 01 μαυρίλα από τον καπνό, αιθάλη και καπνός
煤竹 すすたけ

ουσιαστικό

  1. 01 αιθαλόχρωμο μπαμπού (χρωματισμένο)
  2. 02 ξεσκονιστήρι από μπαμπού (με τα φύλλα ακόμα προσαρτημένα στη μία άκρη)
煤色 すすいろ

ουσιαστικό

  1. 01 χρώμα της αιθάλης (χρώμα)
煤掃き すすはき

ουσιαστικό

  1. 01 καθαρισμός της αιθάλης από το σπίτι (για την υποδοχή των κάμι της Πρωτοχρονιάς)
煤塵 ばいじん

ουσιαστικό

  1. 01 σκόνη και αιθάλη, αιωρούμενα σωματίδια
煤色信天翁 すすいろあほうどり

ουσιαστικό

  1. 01 σκοτεινόφαιο άλμπατρος (φοιβέτρια η μελαγχροη)
煤色面梟 すすいろめんふくろう

ουσιαστικό

  1. 01 αιθαλόχρωμη τυτώ (Tyto tenebricosa), μεγάλη αιθαλόχρωμη τυτώ
  1. 01 κάπνα
  2. 02 καπνιστός