3 αποτελέσματα για «熔»

熔ける とける

ρήμα

  1. 01 λιώνω (για μέταλλο), τήκομαι
熔かす とかす

ρήμα

  1. 01 λιώνω (μέταλλο), συγχωνεύω, μεταλλουργώ
  1. 01 συγχωνεύω, λιώνω
  2. 02 λιώνω