3 αποτελέσματα για «燎»

燎原 りょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 γεωργική πυρκαγιά, κάψιμο αγρού
燎原の火 りょうげんのひ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πυρκαγιά που εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα
  1. 01 καίω
  2. 02 φωτιά