22 αποτελέσματα για «燕»

つばめ

ουσιαστικό

  1. 01 χελιδόνι (πουλί της οικογένειας των Χελιδονιδών), καρδερίνα
  2. 02 σταυλοχελίδονο (Hirundo rustica)
  3. 03 νεότερος άνδρας που διατηρεί σχέση με μεγαλύτερη γυναίκα, νεαρός εραστής
燕尾服 えんびふく

ουσιαστικό

  1. 01 φράκο
燕雀 えんじゃく

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό πουλί (όπως χελιδόνι ή σπουργίτι)
  2. 02 στενόμυαλος άνθρωπος, άτομο χωρίς χαρακτήρα
燕子 えんし

ουσιαστικό

  1. 01 χελιδόνι
燕楽 えんがく

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαία κινεζική μουσική δεξιώσεων
燕雀安んぞ鴻鵠の志を知らんや えんじゃくいずくんぞこうこくのこころざしをしらんや

άλλο

  1. 01 μόνο ένας ήρωας μπορεί να καταλάβει έναν άλλον ήρωα, τα χελιδόνια και τα σπουργίτια δεν μπορούν να κατανοήσουν τις φιλοδοξίες των φοινίκων και των κύκνων
燕巣 えんそう

ουσιαστικό

  1. 01 φωλιά χελιδονιού (χρησιμοποιείται για την παρασκευή σούπας από φωλιές πουλιών), βρώσιμη φωλιά πουλιού
燕窩 えんか

ουσιαστικό

  1. 01 φωλιά χελιδονιού (χρησιμοποιείται για την παρασκευή σούπας με φωλιές πουλιών)
燕雀鴻鵠 えんじゃくこうこく

άλλο

  1. 01 πώς μπορεί ένα μικρό πουλί (ένας σπουργίτης, ένας ασήμαντος άνθρωπος) να κατανοήσει τις φιλοδοξίες ενός μεγάλου πουλιού (ένας φοίνικας)· μόνο ένας ήρωας μπορεί να καταλάβει έναν ήρωα
燕鰶 つばめこのしろ

ουσιαστικό

  1. 01 είδος ψαριού της οικογένειας Πολυνημίδες, ειδικότερα το Πολυδάκτυλος ο πληβείος (Polydactylus plebeius)
燕青拳 えんせいけん

ουσιαστικό

  1. 01 Γιαντσινγκουάν, γροθιά του Γιαντσίνγκ
燕千鳥 つばめちどり

ουσιαστικό

  1. 01 ανατολική γλαρέολα (Glareola maldivarum), ανατολική γλαρέολα με κολάρο, μεγάλη ινδική γλαρέολα, χελιδονόπλυβρος
燕児 えんじ

ουσιαστικό

  1. 01 νεοσσός χελιδονιού
燕魚 ツバメウオ

ουσιαστικό

  1. 01 πλατάξ ο τεϊροφόρος (είδος ψαριού), ψάρι-νυχτερίδα
  2. 02 ιπτάμενο ψάρι
燕然都護府 えんぜんとごふ

ουσιαστικό

  1. 01 γενική προστασία του βορρά (κινεζικό διοικητικό αξίωμα της δυναστείας των Τανγκ που ιδρύθηκε στην Εσωτερική Μογγολία το 669 μ.Χ.)
燕去り月 つばめさりづき

ουσιαστικό

  1. 01 όγδοος σεληνιακός μήνας
燕鱝 つばくろえい

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικός σελάχιος πεταλούδα (Gymnura japonica)
燕鳶 つばめとび

ουσιαστικό

  1. 01 ελανόειδες το καλαθόμορφο (είδος γερακιού με ουρά σε σχήμα χελιδονιού)
燕尾鸛 えんびこう

ουσιαστικό

  1. 01 πελαργός μαγκουάρι (Ciconia maguari)
燕返し つばめがえし

ουσιαστικό

  1. 01 γρήγορο αντεστραμμένο χτύπημα (τεχνική σπαθιού)
  2. 02 αντεπίθεση χελιδόνα (τεχνική τζούντο), αναστροφή πτήσης χελιδόνας
  3. 03 ανταλλαγή του χεριού κάποιου με την κάτω σειρά του πλησιέστερου τοίχου (τεχνική εξαπάτησης)
  4. 04 ολοκλήρωση χεριού με ένα πλακίδιο που πέταξε ο αντίπαλος ενώ έχει δηλώσει riichi