10 αποτελέσματα για «爬»
爬虫類 はちゅうるい
ουσιαστικό
- 01 ερπετά
爬虫 はちゅう
ουσιαστικό
- 01 ερπετό
爬行 はこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έρπειν, έρπυσμα
爬虫綱 はちゅうこう
ουσιαστικό
- 01 ερπετά
爬龍 はありい
ουσιαστικό
- 01 παραδοσιακός αγώνας δρακοντόπλοιων στην Οκινάουα
爬行性 はこうせい
ουσιαστικό
- 01 νωθρότητα, βραδυκινησία
爬虫両棲類学 はちゅうりょうせいるいがく
ουσιαστικό
- 01 ερπετολογία
爬虫類学者 はちゅうるいがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 ερπετολόγος
爬虫類学 はちゅうるいがく
ουσιαστικό
- 01 ερπετολογία
爬
- 01 ξύνω
- 02 σέρνομαι