16 αποτελέσματα για «牙»
牙 きば
ουσιαστικό
- 01 χαυλιόδοντας, κυνόδοντας
牙を剥く きばをむく
άλλο, ρήμα
- 01 ανασηκώνω τα χείλη αποκαλύπτοντας τους κυνόδοντες (ως ένδειξη απειλής), γρυλίζω (σε κάποιον)
牙城 がじょう
ουσιαστικό
- 01 φρούριο (ειδικότερα εχθρού ή αντιπάλου), εσωτερική ακρόπολη, προμαχώνας
牙を研ぐ きばをとぐ
άλλο, ρήμα
- 01 παραμονεύω, περιμένω την κατάλληλη ευκαιρία για να βλάψω κάποιον, ακονίζω τους κυνόδοντές μου
牙 げ
ουσιαστικό
- 01 δόντι
- 02 ελεφαντόδοντο
牙龍 がりゅう
ουσιαστικό
- 01 δόντι δράκου
牙保 がほ
ουσιαστικό
- 01 μεσιτεία, διαμεσολάβηση, διακίνηση κλοπιμαίων
牙纛 がとう
ουσιαστικό
- 01 ιστός σημαίας διακοσμημένος με ελεφαντόδοντο που μεταφέρεται από τον αυτοκράτορα ή έναν στρατηγό
牙買加 ジャマイカ
ουσιαστικό
- 01 Τζαμάικα
牙虫 がむし
ουσιαστικό
- 01 γκαμούσι, υδρόφιλα κολεόπτερα (οικογένεια Hydrophilidae)
牙関緊急 がかんきんきゅう
ουσιαστικό
- 01 τρισμός, αγκύλωση της γνάθου
牙婆 すあい
ουσιαστικό
- 01 μεσίτης, μεσιτεία, μεσιτική αμοιβή
牙海蜷 きばうみにな
ουσιαστικό
- 01 κίμπαουνιμινά (Terebralia palustris)
牙牌 がはい
ουσιαστικό
- 01 πλακίδιο από κόκαλο (για παράδειγμα για κινεζικά ντόμινο)
牙獐 キバノロ
ουσιαστικό
- 01 κινεζικό ελαφοπίθηκο (Hydropotes inermis)
牙
- 01 χαυλιόδοντας
- 02 κυνόδοντας, χαυλιόδοντας
- 03 κλειδί χαυλιόδοντα (αρ. 92)