14 αποτελέσματα για «牢»

ろう

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 φυλακή, ειρκτή
  2. 02 στερεός, συμπαγής, ισχυρός
牢獄 ろうごく

ουσιαστικό

  1. 01 φυλακή, ειρκτή
牢屋 ろうや

ουσιαστικό

  1. 01 φυλακή, δεσμωτήριο, κρατητήριο
牢番 ろうばん

ουσιαστικό

  1. 01 δεσμοφύλακας, φύλακας φυλακών
牢名主 ろうなぬし

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός ομάδας κρατουμένων (κατά την περίοδο Έντο)
牢屋敷 ろうやしき

ουσιαστικό

  1. 01 περίβολος φυλακής, περιοχή γύρω από φυλακή
牢固 ろうこ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 σταθερός, γερός, δύσκαμπτος, ακλόνητος
牢死 ろうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος στη φυλακή
牢破り ろうやぶり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόδραση, δραπέτευση από τη φυλακή
  2. 02 δραπέτης, άτομο που δραπετεύει από τη φυλακή
牢記 ろうき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκρατώ στη μνήμη, σημειώνω, θυμάμαι, παίρνω κατάκαρδα
牢役人 ろうやくにん

ουσιαστικό

  1. 01 φύλακας φυλακών (κατά την περίοδο Έντο), δεσμοφύλακας
牢として ろうとして

επίρρημα

  1. 01 σταθερά, ακλόνητα
牢問 ろうもん

ουσιαστικό

  1. 01 μαστίγωμα, τοποθέτηση πέτρας και δέσιμο γαρίδας (τρεις μορφές βασανιστηρίων της περιόδου Έντο)
  1. 01 φυλακή
  2. 02 κρατητήριο
  3. 03 σκληρότητα