2 αποτελέσματα για «牴»

牴牾 ていご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαφωνία, σύγκρουση, αντιπαράθεση, αναντιστοιχία, ασυνέπεια
  1. 01 αγγίζω