7 αποτελέσματα για «犀»

さい

ουσιαστικό

  1. 01 ρινόκερος
犀利 さいり

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κοφτερός, οξύς
犀角 さいかく

ουσιαστικό

  1. 01 κέρατο ρινόκερου
犀鳥 さいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 βουκερωτίδης (οποιοδήποτε πτηνό της οικογένειας Βουκερωτίδες)
犀皮 さいひ

ουσιαστικό

  1. 01 δέρμα ρινόκερου
  2. 02 τεχνική κινεζικής λάκας που δημιουργεί ένα στικτό φινίρισμα
犀皮塗り さいひぬり

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική κινεζικής λάκας που δημιουργεί ένα στικτό φινίρισμα
  1. 01 ρινόκερος