8 αποτελέσματα για «狗»

狗肉 くにく

ουσιαστικό

  1. 01 κρέας σκύλου, σάρκα σκύλου
狗尾草 エノコログサ

ουσιαστικό

  1. 01 ενοκοροκούσα (πράσινη αλεποουρά), πράσινη χαίτη
狗子仏性 くしぶっしょう

ουσιαστικό

  1. 01 το κόαν «μου» (έχει ο σκύλος τη φύση του Βούδα;)
狗母魚 えそ

ουσιαστικό

  1. 01 εσο, είδος ψαριού της οικογένειας Synodontidae
狗屠 くと

ουσιαστικό

  1. 01 σφαγή σκύλων, θανάτωση σκύλων
  2. 02 κρεοπώλης σκύλων
狗奴国 くなこく

ουσιαστικό

  1. 01 Κουνακόκου, αρχαίο ιαπωνικό κρατίδιο που θεωρείται ότι υπήρχε κατά την ύστερη περίοδο Γιαγιόι ως αντίπαλο δέος του Γιαματάικοκου
狗吠 くはい

ουσιαστικό

  1. 01 γαύγισμα σκύλου
  1. 01 κουτάβι
  2. 02 σκύλος