26 αποτελέσματα για «狩»

狩り かり N3

ουσιαστικό

  1. 01 κυνήγι, θήρα
  2. 02 συλλογή (μανιταριών, οστρακοειδών κ.λπ.), μάζεμα (καρπών), θέαση (π.χ. φθινοπωρινών φύλλων)
  3. 03 καταδίωξη (εγκληματία κ.λπ.), σύλληψη, κυνήγι μαγισσών
狩る かる

ρήμα

  1. 01 κυνηγώ (ζώα)
  2. 02 αναζητώ (κάποιον εγκληματία)
  3. 03 πηγαίνω να βρω (λουλούδια κ.ά.), συλλέγω (μανιτάρια), μαζεύω (μούρα)
狩猟 しゅりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κυνήγι
狩人 かりゅうど

ουσιαστικό

  1. 01 κυνηγός
狩りに行く かりにいく

άλλο, ρήμα

  1. 01 πηγαίνω για κυνήγι
狩場 かりば

ουσιαστικό

  1. 01 κυνηγότοπος, περιοχή κυνηγιού
狩衣 かりぎぬ

ουσιαστικό

  1. 01 καριγκίνου, ανεπίσημο ένδυμα που φορούσαν οι ευγενείς από την περίοδο Χεϊάν και έπειτα
  2. 02 καριγκίνου με σχέδια (περίοδος Έντο)
狩猟犬 しゅりょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 κυνηγετικός σκύλος
狩猟免許 しゅりょうめんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια κυνηγιού
狩り小屋 かりごや

ουσιαστικό

  1. 01 καταφύγιο κυνηγιού
狩猟採集民 しゅりょうさいしゅうみん

ουσιαστικό

  1. 01 κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες
狩猟隊 しゅりょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 σαφάρι, ομάδα κυνηγών
狩猟動物 しゅりょうどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 θήραμα
狩猟鳥獣 しゅりょうちょうじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ζώα και πτηνά που επιτρέπεται νόμιμα να κυνηγηθούν, θηρεύσιμα είδη
狩猟鳥 しゅりょうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 θηρεύσιμο πτηνό, θήραμα
狩り込み かりこみ

ουσιαστικό

  1. 01 συγκέντρωση, περισυλλογή
狩猟豹 しゅりょうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 τσιτάχ, γατόπαρδος
狩競 かりくら

ουσιαστικό

  1. 01 κυνηγότοπος
  2. 02 κυνηγετικός διαγωνισμός
狩猟期 しゅりょうき

ουσιαστικό

  1. 01 κυνηγετική περίοδος
狩猟旅行 しゅりょうりょこう

ουσιαστικό

  1. 01 σαφάρι, κυνηγετικό ταξίδι