5 αποτελέσματα για «狷»

狷介 けんかい

επίθετο

  1. 01 πεισματάρης, ισχυρογνώμων, πεισματικός, εγωκεντρικός
狷介孤高 けんかいここう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πεισματάρης και απόμακρος
狷介固陋 けんかいころう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 προσκολλώμαι πεισματικά σε παρωχημένες μεθόδους, απορρίπτω στενόμυαλα τις απόψεις των άλλων
狷介不羈 けんかいふき

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 προσκολλώμαι πεισματικά στις πεποιθήσεις μου, διατηρώ την ανεξαρτησία μου με πείσμα
  1. 01 οξύθυμος