12 αποτελέσματα για «狸»
狸 たぬき
ουσιαστικό
- 01 τανούκι (Nyctereutes procyonoides), σκύλος-ρακούν
- 02 πανούργος τύπος, πονηρή αλεπού, δόλιος άνθρωπος
狸寝入り たぬきねいり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσποίηση ύπνου
狸親父 たぬきおやじ
ουσιαστικό
- 01 πανούργος ηλικιωμένος (πονηρός γέρος)
狸爺 たぬきじじい
ουσιαστικό
- 01 πανούργος γέρος
狸汁 たぬきじる
ουσιαστικό
- 01 σούπα τανούκι, σούπα ρακούν-σκύλου
狸囃子 たぬきばやし
ουσιαστικό
- 01 τανούκι που χτυπά την κοιλιά του σαν τύμπανο
狸蕎麦 たぬきそば
ουσιαστικό
- 01 σόμπα με νιφάδες τηγανητού κουρκουτιού
狸藻 たぬきも
ουσιαστικό
- 01 ουτριକୁλαρία, φυτό που ανήκει στο γένος Utricularia
狸の金玉八畳敷き たぬきのきんたまはちじょうじき
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κάτι που απλώνεται ευρέως, κάτι που καταλαμβάνει πολύ χώρο, οκτώ τάταμι από το όσχεο του τάνουκι
狸菖蒲 タヌキアヤメ
ουσιαστικό
- 01 φιλύδρουμο το εριοφόρο (Philydrum lanuginosum), εριοφόρο νούφαρο
狸の腹鼓 たぬきのはらつづみ
άλλο
- 01 χτύπημα στην κοιλιά του ασβού (τεχνική τανούκι), το τανούκι χτυπά την κοιλιά του σαν τύμπανο
狸
- 01 τανουκι
- 02 ρακούν